Μετά από μια επίπονη δεκαετία οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα βρίσκεται σε σταθερή τροχιά ανάκαμψης. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας ανακάμπτει με ρυθμούς που ξεπερνούν τις αρχικές προβλέψεις των διεθνών οικονομικών οργανισμών, γεγονός που δίνει ελπίδα σε εκατομμύρια Έλληνες πολίτες. Η αύξηση αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, έστω και με μεγάλο κοινωνικό κόστος.
Οι εξαγωγές αποτελούν έναν από τους κύριους κινητήριους μοχλούς της ανάπτυξης. Ελληνικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, τα τυριά, τα φρέσκα φρούτα και τα θαλασσινά έχουν αυξήσει σημαντικά το μερίδιό τους στις διεθνείς αγορές. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά σχεδόν δώδεκα τοις εκατό, αντανακλώντας την ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα και την αυξανόμενη ζήτηση για ελληνικά αγαθά σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ασία.
Η ανεργία, αν και εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έχει μειωθεί σημαντικά. Νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται κυρίως στον τεχνολογικό τομέα, στον τουρισμό και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Πολλές διεθνείς εταιρείες έχουν εγκαταστήσει κέντρα τεχνολογίας στην Αθήνα, αναγνωρίζοντας την υψηλή ποιότητα του ελληνικού εργατικού δυναμικού και το σχετικά ανταγωνιστικό κόστος.
Η δημοσιονομική πειθαρχία που επέδειξε η ελληνική κυβέρνηση έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών. Τα spreads των ελληνικών ομολόγων έχουν μειωθεί σημαντικά και η χώρα έχει λάβει σειρά αναβαθμίσεων από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Αυτό επιτρέπει στην ελληνική κυβέρνηση να δανείζεται με καλύτερους όρους και να επενδύει σε υποδομές, εκπαίδευση και υγεία.
Παρά την πρόοδο αυτή, παραμένουν σοβαρές προκλήσεις. Το δημόσιο χρέος παραμένει από τα υψηλότερα στον κόσμο, η εισοδηματική ανισότητα αυξάνεται και η φυγή ταλαντούχων νέων στο εξωτερικό συνεχίζεται. Ωστόσο, τα θεμέλια για μια πιο ισορροπημένη ανάπτυξη τίθενται σταδιακά και η Ελλάδα έχει κάθε δυνατότητα να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της για ένα καλύτερο μέλλον.




